ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ
Η ΙΕΡΑ ΠΟΛΙΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

 
Το Μεσολόγγι και ο Λόρδος Βύρων
 
Ο Λόρδος Βύρων ήταν πλούσιος `Αγγλος ευγενής και ποιητής. Είχε επισκεφτεί προ της επαναστάσεως την Ελλάδα. Την είχε γνωρίσει σκλαβωμένη και την αγάπησε. `Οταν έμαθε για την επανάσταση των Ελλήνων ενθουσιάστηκε.
`Ηταν πάντοτε φίλος και υπέρμαχος της ελευθερίας. Αποφάσισε λοιπόν να κατεβεί στην Ελλάδα και να πολεμήσει στο πλευρό των αγωνιζομένων Ελλήνων. Κατέβηκε στην Κεφαλληνία κι από εκεί, μαζί με τον Ιταλό φίλο του Γάμπα, πέρασαν στο Μεσολόγγι. Μαζί του είχε τις αποσκευές του, τα άλογά του και τέσσερα βαρέλια με χρυσά νομίσματα.
Οι Μεσολογγίτες τον υποδέχτηκαν μέσα σε ατμόσφαιρα εθνικής εξάρσεως. Το πλοίο θα έφθανε στην πόλη την 11η Ιανουαρίου 1824. Από την παραμονή οι δρόμοι, οι πλατείες, τα καταστήματα, τα σπίτια στολίστηκαν με δάφνες. Την άλλη μέρα όλος ο λαός της πόλεως κατέκλεισε το χώρο από το σπίτι του Καψάλη, όπου είναι σήμερα η αναμνηστική στήλη, ως την παραλία. Στο πλοίο πρώτος κατέβηκε και τον χαιρέτησε ο Μαυροκορδάτος και στην πόρτα του σπιτιού που θα έμενε, τον υποδέχτηκε ο `Αγγλος Στάνχοπ. Ο Βύρων αναπαύτηκε λίγο κι αμέσως άρχισε τη συνεργασία του με τον Μαυροκορδάτο.
Είναι αξιοσημείωτη η προσπάθεια που κατέβαλλε ο Μπάϊρον στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων των στρατιωτικών του αξιωμάτων, να μειώσει τις φρικαλεότητες του πολέμου και να εμπνεύσει στους αντιμαχόμενους λαούς φιλανθρωπικά αισθήματα. Σε μια περίπτωση συντέλεσε στην απελευθέρωση 22 αιχμαλώτων Τούρκων, καθώς και άλλων μεμονωμένα, τονίζοντας ιδιαίτερα στα συνοδευτικά γράμματα προς τις τουρκικές αρχές την ανάγκη της φιλάνθρωπης μεταχείρισης των Ελλήνων, που τυχόν θα έπεφταν στα χέρια των Τούρκων.
Η ζωή του στο Μεσολόγγι ήταν μια συνεχής εργασία για την καλύτερη οργάνωση του αγώνα. Μοναδική του διασκέδαση ήταν να βγαίνει έφιππος περίπατο και να κυνηγάει αγριόπαπιες στη λιμνοθάλασσα με τον πριαριτζή του (βαρκάρη) Γαζή.
Στις 9 του Απρίλη είχε πάει περίπατο στις αλυκές έφιππος. Εκεί τον έπιασε βροχή. Στην ακτή είδε τον πριαριτζή του Γαζή να πηγαίνει προς την πόλη. Δίνει στον υπηρέτη το άλογό του κι αυτός ιδρωμένος και βρεγμένος, όπως ήταν, πήδησε στο πριάρι κι’ επέστρεψε δια θαλάσσης, στο σπίτι του. Το βράδυ τον έπιασε μεγάλο ρίγος και υψηλός πυρετός. Η κατάστασή του από μέρα σε μέρα χειροτέρευε. Οι γιατροί του είχαν χάσει κάθε ελπίδα διασώσεώς του.
ΠΛΗΣΙΑΖΕ η γιορτή του Πάσχα. Τη μεγάλη Παρασκευή ήταν σε κρίσιμη κατάσταση. Την Κυριακή του Πάσχα μόλις κατόρθωσε να διαβάσει δύο γράμματά του κι ύστερα έπεσε σε παραλήρημα. "Εμπρός θάρρος", έλεγε. "Μιμηθείτε το παράδειγμά του... Φτωχό μου παιδί... αγαπητή μου Ιδα... αν μπορούσα μόνο να σε ιδώ... Καϋμένη Ελλάς... καϋμένο Μεσολόγγι...".
Και με μεγάλη δυσχέρεια πρόσθεσε: "Δεν φοβούμαι τον θάνατο... αλλ’ αφήνω κάτι ακριβό στον κόσμο...". Εσιώπησε.
Το απόγευμα στις 6 πρόφερε μόνο μια φράση, την τελευταία. "Θέλω τώρα να κοιμηθώ...". Και εξέπνευσε. `Ηταν 19 Απριλίου 1824.
Σαν κεραυνός έπεσε στη πόλη η θλιβερή είδηση. `Ολος ο λαός της πόλεως έκλαιγε απαρηγόρητα. Την Τρίτη του Πάσχα έγινε η κηδεία του από το ναό του Αγίου Νικολάου, που ήταν μέσα στο σημερινό Ηρώο και πίσω ακριβώς από τον ανδριάντα του.

Τον επικήδειο εξεφώνησε ο ιστορικός Σπυρίδων Τρικούπης, ο οποίος μόλις είχε επιστρέψει από τη Ζάκυνθο με τα χειρόγραφα του Εθνικού Ύμνου. `Εστελνε ο Σολωμός στο Βύρωνα τον Εθνικό Ύμνο για να τον κρίνει. Αλλ’ αντί κριτικής ο Τρικούπης έγραψε στο Σολωμό τα του θανάτου του. Ο Σολωμός μόλις διάβασε την είδηση χτύπησε λυπημένα το πρόσωπό του με το χέρι του κι άρχισε ν’ απαγγέλει.

Λευτεριά για λίγο πάψε
να κτυπάς με το σπαθί
τώρα σίμωσε και κλάψε
εις του Μπάϋρον το κορμί.

Ως τις 2 Μαίου το Μεσολόγγι πενθούσε το Βύρωνα. Το σώμα του, παρά την επιμονή των Μεσολογγιτών, μεταφέρθηκε στην Αγγλία και θάφτηκε στο Νότιγγχαμ, όπου ο δήμαρχος κ. Χρ. Ευαγγελάτος το 1930 μετέβει και κατέθεσε στεφάνι φτιαγμένο με δάφνες από το κήπο των Ηρώων.

Σημείωση: Σήμερα κυκλοφορούν στην Ελληνική γλώσσα πολλά βιβλία του Βύρωνα. Επίσης κυκλοφορούν αρκετά βιβλία για τον Βύρωνα.